Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2025

ΑΠΛΗΣΤΙΑ

 

To παιδί που θέλει το παιχνίδι που του αρέσει, λέει "δικό μου είναι".

Σε μια ταβέρνα στου Ψυρρή. έχουν παραγγείλει άπειρες ποσότητες φαγητού και έχουν αφήσει υπολείμματα τεράστιες ποσότητες. Είναι φανερό ότι δεν θα φάνε άλλο. Ένας ζητιάνος πλησιάζει και τους λέει: πεινάω. Δώστε μου κάτι. Τότε ένας κύριος από τους συνδαιτημόνες στάζει τη στάχτη του τσιγάρου στο φαγητό.

 

Περίληψη

Η  απληστία ορίζεται ως η τάση να κατέχει κάποιος όσο περισσότερα υλικά αγαθά, έστω κι αν δεν τα έχει ανάγκη, για να μη το πάρει άλλος και ποτέ να μη χορταίνει. 

Ατομικοί εξελικτικοί παράγοντες -που ανάγονται στη πρώιμη βρεφική ηλικία- διαμορφώνουν τις προδιαθέσεις για απληστία, αλλά και κοινωνικοί παράγοντες προάγουν μοτίβα απληστίας και διαπλάθουν το άπληστο υποκείμενο. Το άτομο ακολουθεί την επιταγή να συσσωρεύει και ποτέ να μην αρκείται σε όσα έχει.

 

 

Ψυχολογία της απληστίας

εξίσωση της επιθυμίας με την κτητικότητα

Αρχικά η ψυχανάλυση είδε την τάση συσσώρευσης  όλο και μεγαλύτερων σωρών χρημάτων ως φαινόμενο του πρωκτικού σταδίου. Τα πρωκτικά γνωρίσματα του χαρακτήρα όπως αυτά της συλλογής, της αποθησαύρισης, και της εξοικονόμησης, σχετίζονται σε πρώτη φάση με την πρόσληψη τροφής, και με οτιδήποτε άλλο μπορεί να ενδοβληθεί ευχάριστα μέσω του στόματος (Fenichel και Odier). Προοδευτικά το ενδιαφέρον στρέφεται σε λαχτάρα για υποκατάστατα αντικείμενα (κυρίως χρήμα) που επαναορίζονται ως απαραίτητα για την ύπαρξη. 

 

Η απληστία είναι εκ φύσεως επιθετική τάση και οδηγεί σε κτητικότητα. Πηγάζει από αρχαϊκές φαντασιώσεις να αρπάξει κάποιος και να καταστρέψει ό,τι είναι καλό και επιθυμητό.  Η Melanie Klein (1952) περιγράφει πώς το βρέφος απομυζά σαν βαμπίρ το στήθος της μητέρας, σαν να το σκάβει για να αρπάξει όλη την καλοσύνη του.

Παρόλο που η Klein έκανε διάκριση μεταξύ φθόνου και ζήλιας, συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να προσθέσει μια περαιτέρω εχθρική διεργασία στην πρωταρχική σχέση. Έτσι κατά την Klein το πρόσθετο συστατικό στις πρωτόγονες επιθέσεις του βρέφους στο αντικείμενο, ήταν η απληστία. Η ίδια τόνισε ότι σε αντίθεση με τον φθόνο και τη ζήλια, η απληστία δικαιολογούσε τις φαύλες φαντασιώσεις του να «σκάψει» το εσωτερικό του στήθους και να λεηλατήσει ανάλγητα κάθε καλοσύνη από το αντικείμενο. Επιπλέον, πρότεινε ότι αν και η απληστία ήταν διαφορετική από τον φθόνο, θα μπορούσε κάλλιστα να παρακινηθεί από αυτόν (Klein 1952a/1997).

Ο φθόνος είναι η επιθετική παρόρμηση προς οποιονδήποτε κατέχει αγαθά, τα οποία το άτομο θεωρεί ότι του ανήκουν, αν και δεν τα έχει ανάγκη απαραιτήτως.  Το να βλέπει κανείς τι έχουν άλλοι, είναι μία από τις ισχυρές επιρροές που προκαλεί ολοένα και περισσότερες επιθυμίες. Αλλά και η αγωνία της στέρησης ή η πραγματική στέρηση κινητοποιεί φθόνο και μνησικακία προς την πηγή «θρέψης», η οποία εισπράττεται ως στερητική και κακή.  Η απληστία και ο φθόνος αλληλοδιαπλέκονται. Ο φθονών νιώθει άδειος. Καθώς κοντεύει να πάρει ό, τι, νομίζει, ότι θέλει γίνεται τόσο άπληστος και το καταστρέφει (Klafter AB., 2015).

Το άπληστο άτομο φτάνει να συσσωρεύει όλο και περισσότερα αγαθά, όχι γιατί τα θέλει πραγματικά, αλλά για να μη τα πάρουν οι άλλοι. Ποθεί περισσότερα και αισθάνεται χρονίως κενό και λαχτάρα. Δεν παλεύει ενάντια στη βρεφική πείνα, αλλά ενάντια σε οποιεσδήποτε συγκρούσεις το εμποδίζουν να πετύχει μια αίσθηση ικανοποίησης, αγάπης, ολοκλήρωσης και ασφάλειας. Η διέξοδος που βρίσκει  στην αναζήτηση όλο και περισσότερων χρημάτων και υλικών αγαθών γεμίζει μια πείνα που προέρχεται από αλλού. Στην απληστία οποιαδήποτε ικανοποίηση διεγείρει ακόμη περισσότερο την απληστία (Klafter AB. 2015). Το κενό και η πείνα, που πυροδοτούν τις άπληστες επιθυμίες, δεν ικανοποιούνται μόλις το επιθυμητό αντικείμενο αποκτηθεί. Αντίθετα, διεγείρουν το φόβο μη το χάσει. Έτσι, οι άπληστοι άνθρωποι δεν χορταίνουν ποτέ.

 

Η επιθυμία για «περισσότερα από όσα δικαιούται» προσθέτει μια διαπροσωπική, σχεσιακή διάσταση στην απληστία. Ένα άτομο που απαιτεί περισσότερα από ό, τι οι άλλοι πιστεύουν ότι είναι δίκαιο, συνήθως καταλήγει σε διαπροσωπικές συγκρούσεις. Είναι ζηλόφθονο, απρόθυμο να μοιραστεί (Wachtel PL 2003) και δεν μπορεί να ανεχτεί τα αντικείμενα της “αγάπης” του να έχουν οποιεσδήποτε σημαντικές συνδέσεις ή σχέσεις με τους άλλους (Zetzel 1968). Η απληστία μπορεί να οδηγήσει σε αναλγησία, αλαζονεία, και ακόμη και μεγαλομανία. Ένα άτομο που διακατέχεται από απληστία θα αγνοήσει συχνά τη ζημιά που οι ενέργειές του μπορούν να προκαλέσουν στους άλλους.

 

Η Οικονομία και Κοινωνιολογία της απληστίας

Ο φθόνος και η απληστία είναι τόσο ατομικά χαρακτηριστικά όσο και χαρακτηριστικά της ευρύτερης κουλτούρας. Η διαβίωση σε μια καταναλωτική κουλτούρα, που μετατρέπει τις ανθρώπινες ανάγκες σε εμπορεύματα και όλα αποτιμώνται σε χρηματική αξία, διαποτίζει τον πυρήνα της ύπαρξής μας. Η οποιαδήποτε ιδιοσυγκρασιακή τάση για απληστία, ή φθόνο, ενεργοποιείται και ενισχύεται σε ορισμένα πολιτιστικά πλαίσια. H αίσθηση των αναγκών διαμορφώνεται και αλλάζει από τις εμπειρίες ζωής στο συγκεκριμένο κοινωνικό πλαίσιο. Στον κόσμο της αχαλίνωτης «ελεύθερης» οικονομίας και κατανάλωσης η απληστία νομιμοποιείται και ενισχύεται κοινωνικά. Το κυρίαρχο οικονομικό σύστημα απαιτεί ένα κοινωνικό χαρακτήρα που καθοδηγείται από ιδιοτέλεια, καιροσκοπισμό και κομφορμισμό. Το αλλοτριωμένο άτομο, που οδηγείται από τον προσανατολισμό προς τις αγορές, διαχειρίζεται τον εαυτό του με όρους μαρκετινγκ (Fromm, 1966). Οι ανθρώπινες ποιότητες, όπως οι δεξιότητες, η προσωπικότητα, η δημιουργικότητα εμπορευματοποιούνται στην αγορά των διαπροσωπικών σχέσεων. Η «αγορά» αποφασίζει την αξία αυτών των ανθρώπινων ποιοτήτων με το αποτέλεσμα «οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. . . να έχουν το χαρακτήρα σχέσεων ανάμεσα σε πράγματα, " καθώς κάθε άτομο "πουλάει τον εαυτό του και αισθάνεται τον εαυτό του ότι είναι ένα εμπόρευμα.» (Fromm, E., 1966).

Το άτομο που υπηρετεί την απληστία καθιερώνει εργαλειακές σχέσεις, απομεινάρι της παρανοειδούς-σχιζοειδούς θέσης κατά Klein, όπου το βρέφος αντιλαμβάνεται το αντικειμενο από τη λειτουργία που επιτελεί.

 

Αν και οι κοινωνίες καταδικάζουν ηθικά την απληστία και την ιδιοτέλεια, γιατί είναι είναι δυνητική απειλή για τη κοινωνική συνοχή, η ίδια η διαλεκτική των παραγωγικών σχέσεων επιβάλει τη συσσώρευση υλικών συσσώρευση πλούτου σε λίγα χέρια. Ένας καπιταλιστής, υπό την απειλή του αφανισμού του, πρέπει να προσπαθεί να αυξάνει ακατάπαυστα τον πλούτο του και ποτέ να μη νοιώθει ασφαλής (Fenichel 1938). Εξ άλλου η επιστήμη της οικονομικής συμπεριφοράς, υποστηρίζει τις κοινωνικά ωφέλιμες συνέπειες της συσσώρευσης και των επενδύσεων. Αρκετοί μελετητές υποστηρίζουν ότι η απληστία και η σύνδεσή της με την απόκτηση και διαχείριση χρήματος προωθεί τη πρόοδο και την ανάπτυξη στη σύγχρονη κοινωνία. Για κάποιους η απληστία κάνει τους ανθρώπους να θέλουν να κάνουν πράγματα, δεδομένου ότι θα ανταμειφθούν για τις προσπάθειές τους (Taflinger R.F., 1996).

 

Ο Βέμπερ δεν δέχεται τη σύνδεση της απληστίας με τον καπιταλισμό. «Η  απεριόριστη απληστία για κέρδος» έγραψε «δεν είναι ταυτόσημη με τον καπιταλισμό, και δεν είναι το πνεύμα του. Ο καπιταλισμός μπορεί να είναι ταυτόσημος ακόμη και με την συγκράτηση, ή τουλάχιστον μια ορθολογική μετριασμό, αυτής της παράλογης παρόρμησης".

 

Η συμβολική σημασία του χρήματος

 To χρήμα αντιπροσωπεύει τον τρόπο μεταφοράς των σημερινών πόρων στο μέλλον για χρήση στο μέλλον. Ο γάλλος ψυχαναλυτής Odier (1950), παραθέτει ένα ευρύ φάσμα των πιθανών συμβολικών σημασιών του χρήματος, που περιλαμβάνει ανάμεσα σε άλλα «τη τροφή, το μαστό, το πέος, το σπέρμα,  την αγάπη, τη προστασία, φροντίδα, ματαιοδοξία, υπερηφάνεια, εγωισμό (Fenichel). Τα χρήματα μπορούν να έχουν σχεδόν οποιοδήποτε νόημα στο ασυνείδητο ενός συγκεκριμένου ατόμου. Τα χρήμα είναι σύμβολο επιτυχίας. ένα τίμημα για αυτό που χρειάζονται για να διατηρήσουν τη δική τους αυτοεκτίμηση σε μια άκρως ανταγωνιστική κοινωνία. Πέρα από το τι μπορεί να αγοράσει - είναι τι λέει για εμάς.

Το χρήμα έχει νόημα ως κάτι που αντιπροσωπεύει κάτι άλλο, ως κοινωνικό φαινόμενο, ως μέρος ενός δικτύου διαπροσωπικών υποχρεώσεων και ως σύμβολο ατομικών προσδοκιών, φαντασιών, επιθυμιών.

Πίσω από τη λαχτάρα για χρήμα είναι, μεταξύ άλλων, η βούληση για δύναμη», υπό την έννοια του ναρκισσισμού και της επιθυμίας για ανάκτηση των συναισθημάτων της παιδικής παντοδυναμίας (Fenichel 1938).

 

Είναι η απληστία στην ανθρώπινη φύση; Ο αντίλογος

Ο πολιτισμός, όπως εύγλωττα περιγράφει ο Φρόιντ στο Πολιτισμός και δυσφορία, είναι ένα ανθρώπινο επίτευγμα που έρχεται σε αντίθεση με την ανθρώπινη φύση. Οι άνθρωποι είναι εγγενώς δυσαρεστημένοι καθώς αναγκάζονται να παραιτηθούν από τη πραγματική ενστικτώδη / εγωιστική φύση τους υπο τις καταπιεστικές, αλλά απαραίτητες δυνάμεις εκπολιτισμού.

  Η άποψη του Φρόιντ για την ανθρώπινη φύση γενικά είναι σύμφωνη με την εμπειρία του καπιταλιστικού ανταγωνισμού και την συνακόλουθη φιλοσοφία, του κοινωνικού δαρβινισμού. Η αναπόφευκτη τάση του ανθρώπινου κινήτρου είναι προς τον ανταγωνισμό. Αναπόφευκτα προκύπτουν μάχες και αποφέρουν μια ιεραρχία κυριαρχίας της «επιβίωση του ισχυρότερου».

 

 Όπως δήλωσε Ο  Φρόιντ στο δυσφορία στον Πολιτισμό:

Όπως ήδη γνωρίζουμε, το πρόβλημα που έχουμε μπροστά μας είναι πώς να απαλλαγούμε από το μεγαλύτερο εμπόδιο για τον πολιτισμό - δηλαδή, την συστατική κλίση των ανθρώπων να είναι επιθετικοί ο ένας προς το άλλο. . . Εγώ πιστεύω ότι μια πραγματική αλλαγή στη σχέση του ανθρώπου με την ιδιοκτησία θα είναι περισσότερη βοηθητική προς αυτή την κατεύθυνση από οποιαδήποτε ηθική εντολή.

 

Ενώ οι βασικές Φροϋδικές έννοιες για την ανθρώπινη φύση εξακολουθούν να έχουν ισχύ εν τούτοις έχουν τροποποιηθεί ώστε να συμπεριλάβουν ισχυρές κοινωνικές ανάγκες πέρα από την απλή εκπλήρωση των σεξουαλικών και επιθετικών ενστιχτικών τάσεων. Σήμερα τεκμηριώνονται και θεωρητικά οι απόψεις που μιλούν για αλτρουιστικά κίνητρα και κίνητρα αλληλεγγύης και τοποθετούν τις σχεσιακές ή κοινωνικές ανάγκες στο επίκεντρο της ανθρώπινης ψυχολογίας. Στα ψυχαναλυτικά κείμενα της Karen Horney, του Erich Fromm, ή του Harry Stack Sullivan, δίνεται τώρα κάποια προσοχή. Ακόμη μεγαλύτερη επιρροή στην σύγχρονη, κύρια ψυχανάλυση έχει το έργο των σχεσιακών θεωρητικών όπως W. R. D.  Fairbairn, DW Winnicott, η της Margaret Mahler, και την επιρροή ψυχολογία του εαυτού του Heinz Kohut.

 

Για τον Bateson (1972) όλες οι διεργασίες του ζειν στη φύση είναι διασυνδεμένες σε δίκτυα.  Η ανθρώπινη συνείδηση εκτείνεται, σε όλες τις οικολογίες, ως μια οικολογική συνθήκη η ίδια, και δεν εντοπίζεται με κάποιο απλό τρόπο μόνο σε κάθε άτομο.

Για τον Bateson η συμμετοχική φύση της ανθρώπινης κατάστασης σημαίνει ότι μόνο συνεργατικές πρακτικές είναι προαγωγικές ενώ οι εγωιστικές αποβαίνουν εις βάρος όλων. Η απληστία που οδηγεί στην υπερεκμετάλλευση των φυσικών πόρων και στην υποβάθμιση του περιβάλλοντος αποβαίνει εις βάρος όλων.

Ο Trivers ανέπτυξε την έννοια του «αμοιβαίου αλτρουισμού."  Αυτή η συναρπαστική εξελικτική κατασκευή αντιπαρατίθεται στις απλουστευτικές έννοιες του κοινωνικού Δαρβινισμού.  Η έννοια του αμοιβαίου αλτρουισμού δείχνει ότι μπορεί να υπάρχει μια βιο-γενετική βάση για την αλτρουιστική συμπεριφορά. Με πρώτη ματιά, η αλτρουιστική συμπεριφορά, η οποία με εξελικτικούς όρους φέρνει σε μειονεκτική θέση τον αλτρουιστή και οδηγεί στην αύξηση του οφέλους του λήπτη, φαίνεται να βρίσκεται σε αντίφαση με το βασικό ιδιοτελές ενδιαφέρον επιβίωσης οποιουδήποτε οργανισμού. Ωστόσο, η έννοια του αμοιβαίου αλτρουισμού βασίζεται στην αντίληψη ότι μια αλτρουιστική πράξη συχνά επιστρέφει στον αλτρουιστικά συμπεριφερόμενο οργανισμό. Πάνω σ΄αυτό διατυπώθηκε το αξίωμα ότι όσα περισσότερα δίνεις, τόσο περισσότερα σου επιστρέφονται (abudancy mindset) και αποτέλεσε τη φιλοσοφία σε πλατφόρμες που μπορεί κανείς να πάρει ότι θέλει, αρκεί να ανεβάζει και ο ίδιος δικό του υλικό.

 

Με βάση το μοντέλο Trivers, οι Robert Axelrod και William Hamilton χρησιμοποίησαν την θεωρία των παιγνίων για να αποδείξουν ότι μια τέτοια στρατηγική είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική και μπορεί να πλεονεκτεί από τις εγωιστικές στρατηγικές.

Υπερ των συνεργατικών και αλτρουιστικών στρατηγικών συνηγορούν και ο θεωρίες των παιγνίων όπως το δίλλημα του φυλακισμένου και το δίλλημα των κοινών.

Το δίλημμα των κοινών είναι ένα είδος κοινωνικού διλήμματος το οποίο λέει ότι τα άτομα που ενεργούν ανεξάρτητα και λογικά σύμφωνα με το προσωπικό τους συμφέρον, συμπεριφέρονται αντίθετα προς μακροπρόθεσμο συμφέρον όλης της ομάδας με την εξάντληση κάποιου κοινού πόρου. Ο όρος προέρχεται από τον τίτλο ενός άρθρου που ο Hardin έγραψε το 1968, το οποίο με τη σειρά του βασίζεται σε ένα δοκίμιο ενός βικτοριανού οικονομολόγου του William Lloyd Forster του 1833 για τις επιπτώσεις της ανεξέλεγκτης βοσκής της γης. Ο Hardin περιγράφει ένα λιβάδι ανοικτό σε όλους, όπου οι βοσκοί μπορούν να διατηρούν όσα ζώα, αυτοί επιθυμούν. Υπάρχουν δύο επιλογές σε αυτό το δίλημμα. Κάθε βοσκός μπορεί να επιδιώξει το συμφέρον του έχοντας όσα βοοειδή θέλει στο βοσκότοπο και μεγιστοποιώντας τα κέρδη του. Η άλλη επιλογή είναι όλοι οι βοσκοί να περιορίσουν τον αριθμό των ζώων που βάζουν στο βοσκότοπο, με αποτέλεσμα κέρδη για όλους. Η τραγωδία συμβαίνει όταν όλοι οι βοσκοί επιδιώκουν τα δικά τους συμφέροντα, και η κοινότητα βλάπτεται από την εξάντληση των πόρων (όπως ο υπερπληθυσμός των κοπαδιών και η εξάντληση των βοσκοτόπων). Ο Hardin (1968) γράφει, «Κάθε άνθρωπος είναι κλειδωμένος σε ένα σύστημα που τον υποχρεώνει να αυξήσει το κοπάδι του χωρίς όριο - σε έναν κόσμο που είναι περιορισμένος. Ο προορισμός προς τον οποίο όλοι οι άνθρωποι οδεύουν, επιδιώκοντας τα δικά τους συμφέροντα είναι η ερείπωση, σε μια κοινωνία που πιστεύει στην ελευθερία των κοινών». Η πληρωμή για  την ιδιοτελή συμπεριφορά είναι μεγαλύτερη από την πληρωμή για συνεργατική συμπεριφορά (Dawes 1980).

"Κοινά" υπό την έννοια αυτή έχει καταλήξει να σημαίνουν, η ατμόσφαιρα, οι ωκεανοί, τα ποτάμια, τα αλιευτικά αποθέματα, ή οποιοδήποτε άλλος κοινόχρηστος πόρος που δεν ρυθμίζεται επίσημα.

Η τραγωδία της έννοιας των κοινών αναφέρεται συχνά σε σχέση με τη βιώσιμη ανάπτυξη, συνδυάζοντας την οικονομική ανάπτυξη και την προστασία του περιβάλλοντος, καθώς και στη συζήτηση για την υπερθέρμανση του πλανήτη. Έχει επίσης χρησιμοποιηθεί στην ανάλυση της συμπεριφοράς στους τομείς της οικονομίας, της εξελικτικής ψυχολογίας, της ανθρωπολογίας, της θεωρίας παιγνίων, της πολιτικής και της κοινωνιολογίας. Ωστόσο, η ιδέα, όπως αρχικά αναπτύχθηκε έχει δεχτεί επίσης την κριτική γιατί δεν λαμβάνει υπόψη πολλούς άλλους παράγοντες που λειτουργούν για την επιβολή ή να συμφωνήσουμε σε αυτό τον κανονισμό.

 

Βιβλιογραφία

Bateson, Gregory (1972). Steps to an Ecology of Mind: Collected Essays in Anthropology, Psychiatry, Evolution, and Epistemology. University Of Chicago Press. ISBN 0-226-03905-6.Fenichel, O. (1938). The drive to amass wealth. Psychoanalytic Quarterly, 7, 69–95.

Fromm Erich, (1966) Escape from Freedom, 4th ed. (New York: Avon Books,.

Hardin, G. ("The Tragedy of the Commons". Science 162 (3859): 1243–1248. 1968.  

Klafter AB. (2015) "Greed, Greediness, and Greedy Patients."  Book Chapter in Akhtar Salman (ed.), Greed: Developmental, Cultural, and Clinical Aspects.  London, UK:  Karnac Books

Klein, M.  (1952). Some Theoretical Conclusions Regarding the Emotional Life of the Infant. In (1993) Envy and Gratitude and Other Works 1946-1963. London: Karnac Books. pp. 61-93.

Odier, Charles (1950). L'Homme esclave de son infériorité. Neuchâtel, France: Delachaux & Niestlé

Taflinger Richard F. 1996Sociological Basis of Greed.

Trivers, R.L., "The Evolution of Reciprocal Altruism," Quarterly Review of Biology, 46 (1971), pp.35-57. Social Evolution (Boston: Addison-Wesley,1985)

Wachtel PL (2003). Full Pockets, Empty Lives: A Psychoanalytic Exploration of the Culture of Greed. American Journal of Psychoanalysis. 63:103-122.

Zetzel ER (1968). The So-Called Good Hysteric. International Journal of Psychoanalysis. 49:256-260

 

Σάββατο 22 Μαρτίου 2025

Παρουσίαση του βιβλίου: Κρυμμένη ψυχική ομορφιά Του Δημήτρη Καραγιάννη, ΕΚΔΟΣΕΙΣ: ΑΡΜΟΣ

 

Παρουσιάζει:

Νίκος Μαρκέτος, Ψυχίατρος-Ψυχοθεραπευτής

 

Η κυκλοφορία του Βιβλίου «Κρυμμένη Ψυχική Ομορφιά» του Δημήτρη Καραγιάννη, συμπίπτει με την επέτειο των τριάντα χρόνων της λειτουργίας του θεραπευτικού και εκπαιδευτικού Ινστιτούτου «Αντίστιξη». Είναι ένα απόσταγμα της εμπειρίας και σοφίας μιας πολυετούς δημιουργικής και πρωτοποριακής κλινικής εργασίας στο χώρο της Ψυχοθεραπείας. Ένα βιβλίο για την αυτογνωσία και για το νόημα ζωής.

Στην εκδίπλωση της θεώρησης για τη ψυχική λειτουργία και τις διαπροσωπικές σχέσεις, οι έννοιες που αναφέρονται συχνά και που διαπραγματεύεται το βιβλίο, είναι: σκοτεινός εαυτός, ψευδής εαυτός, πυρήνας ψυχικής ομορφιάς, αυτογνωσία, νόημα, ευχαριστιακός τρόπος ζωής.

Καταθέτοντας τη κλινική του εμπειρία, ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η ανθρώπινη ψυχή δεν ελέγχεται μόνο από τις ενορμήσεις, αλλά δυνάμει διαθέτει ανεξάντλητα κοιτάσματα ψυχικής ομορφιάς που ζητούν την αξιοποίησή τους. Επιμένει ότι οι καταστροφικές ενορμήσεις δεν έχουν οντότητα, αλλά αναφύονται εκεί που απουσιάζει το φως της ζωής.

Η παραδοσιακή ψυχαναλυτική θεώρηση βλέπει «εκ του πονηρού» τα κίνητρα των καλών προθέσεων και πράξεων, ενώ αφήνει απέξω την αγάπη, το πρόσωπο και τη μέθεξη με τον άλλον. Σε αντίθεση με τη φροϋδική κατανόηση, όπου κυριαρχεί ο σκοτεινός εαυτός, ως η βασική δομή των ανθρώπων, ο αδιαφοροποίητος πυρήνας ομορφιάς είναι το σημαντικό δεδομένο της ανθρώπινης φύσης. Στον πυρήνα ομορφιάς εδρεύει το πάθος για ζωή, έκφραση, βίωμα, που αν δεν πραγματωθεί μετατρέπεται σε φανατισμό, κατανάλωση, καταστροφικότητα.

Το βιβλίο παρουσιάζει μια διαστρωμάτωση του ψυχικού οργάνου:

Επιφανειακά βρίσκεται ο κοινωνικός εαυτός. Επιλέγουμε ποιοι θέλουμε να είμαστε προς τους άλλους. Ο λειτουργικός κοινωνικός εαυτός αποτελεί ένα ενιαίο ψηφιδωτό. Αντίθετα, ο δυσλειτουργικός κοινωνικός εαυτός δεν συνθέτει τα διαφορετικά δεδομένα του, λειτουργεί κατακερματισμένα. Ο άνθρωπος που δεν έχει επεξεργαστεί το αξιακό του σύστημα, δεν έχει την ικανότητα να συνδέσει και να κατανοήσει τα συναισθήματα, τις αντιδράσεις, τα βιώματά του. Επομένως, δεν μπορεί να έχει ενιαία δομή ταυτότητας. Ο κοινωνικός εαυτός χάνει την αυθεντικότητά του και εκπίπτει σε ψευδή εαυτό όταν στην πάλη μεταξύ αυτογνωσίας και συγκάλυψης επιλέγει τη συγκάλυψη. Ο ψευδής εαυτός παράγεται από τη συνειδητή ή την ασυνείδητη άρνηση να αντικρίσει κανείς τα αρνητικά στοιχεία του εαυτού του. Αφορά την αλλοτρίωση που υφίσταται ο άνθρωπος όταν διαρκώς συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του κοινωνικού περιβάλλοντος.

Στο αποκάτω στρώμα είναι ο σκοτεινός εαυτός. Κινείται στα πλαίσια του ασυνείδητου. Περιλαμβάνει αφενός τα ένστικτα και τις ενορμήσεις που εξυπηρετούν τις ανάγκες της επιβίωσης και αφετέρου βιώματα που περιέχουν στοιχεία ενοχής, φόβου, απώλειας, ντροπής και άλλων επώδυνων συναισθημάτων, τα οποία αποσύρονται εκεί επειδή ο ψυχισμός αρνείται να τα επεξεργαστεί.

Στα πλαίσια της αυτογνωσίας δεν αρκεί να περιοριστούμε στην επίγνωση του σκοτεινού εαυτού, αλλά να επιδιώκουμε την αξιοποίηση του.

Όταν o κοινωνικός εαυτός αρνείται συνειδητά να αντικρίσει τα επώδυνα στοιχεία του σκοτεινού εαυτού και να τα επεξεργαστεί, τότε ο εαυτός μεταπίπτει σε ψευδή εαυτό.  Και ενώ εξωτερικά δείχνει να ισορροπεί, υποφέρει από διαταραχές ή ακόμη χειρότερα, οδηγείται σε διαταραχές προσωπικότητας ναρκισσιστικού παρανοειδούς αντικοινωνικού τύπου.

Στη διαστρωμάτωση του ψυχικού οργάνου ο συγγραφέας επισημαίνει την ύπαρξη και ενός άλλου παράγοντα. Του πυρήνα ψυχικής ομορφιάς που βρίσκεται κάτω από τον σκοτεινό εαυτό. Το πάθος για ζωή είναι κατεξοχήν στοιχείο του πυρήνα ομορφιάς. Είναι ο χώρος που εδράζεται η αγάπη, η ενσυναίσθηση, η καλοσύνη, η ανθρωπιά, η αυτοθυσία, η πίστη, η δημιουργικότητα, ο αλτρουισμός, η τρυφερότητα, η ελευθερία, ο έρωτας για την αλήθεια. O πυρήνας της Ψυχικής ομορφιάς είναι δομικό στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης. Αναπτύσσεται στο σχετίζεσθαι. Πιθανόν είναι το μεδούλι της ζωής, η ίδια η ζωή.

Η επαφή με την κρυμμένη ψυχική ομορφιά δεν καταργεί τον σκοτεινό εαυτό, αλλά μπορεί να τον μεταμορφώσει. Είναι τότε που ο επεξεργασμένος κοινωνικός εαυτός μπορεί να εξελίσσεται σε αυθεντικό εαυτό.

Η αναζήτηση και ανάδειξη του πυρήνα ψυχικής ομορφιάς δεν αποτελεί ηθική επιταγή, αλλά επιθυμία για νοηματοδότηση της προσωπικής ζωής. Το να μπορούμε να αναγνωρίζουμε την ομορφιά στους άλλους δεν είναι μια καλή πράξη, ούτε μια ηθική που πρέπει να υπηρετήσουμε. Είναι το ψυχικό μας συμφέρον.

Ο συγγραφέας σχολιάζει επίσης τη σύγχρονη μεταμοντέρνα κοινωνία. Στη κριτική της σύγχρονης μεταμοντέρνας κοινωνίας εισάγει τον όρο α-κοινωνία. Αναφέρει ότι η κουλτούρα της εποχής μας προωθεί τον καταναλωτισμό, τον ατομισμό και τον ναρκισσισμό, ο οποίος είναι η πανδημία της εποχής. Η μεταμοντέρνα κουλτούρα υπερασπίζεται μεν τη διαφορετικότητα, αλλά ο φόβος των ανθρώπων μήπως δεν ταυτίζονται με τα νέα κοινωνικά πρότυπα είναι μεγαλύτερος παρά ποτέ. Σαν απάντηση στη σύγχρονη αλλοτρίωση ο συγγραφέας προτείνει τον σύγχρονο ανθρωπισμό. Να εξανθρωπίσουμε τα ρομπότ. Να εξανθρωπίσουμε τα ψηφιακά, ολοκληρωμένα προγράμματα. Το κάλεσμα του ανθρώπου στον ψηφιακό κόσμο είναι να επαναπροσδιορίσει την ανθρώπινη ταυτότητα, να νοηματοδοτήσει την ανθρώπινη ύπαρξη, να ορίσει την ανθρώπινη φύση.

Επίσης το βιβλίο μας δίνει μια βαθειά και υπαρξιακή αναφορά στη σημασία του ακούω – αφουγκράζομαι.

Αξίζει να αναφέρω στη παρούσα την εκτενή λίστα των αναστοχαστικών ερωτήσεων που παραθέτει το βιβλίο.

Το ταξίδι της αυτογνωσίας τελικά είναι μια αέναη διαδρομή που εκκινεί από τον κοινωνικό εαυτό. Διασχίζει τον σκοτεινό εαυτό, ανακαλύπτει τον πυρήνα ομορφιάς και σε μια ανάστροφη πορεία βουλιάζει τον σκοτεινό εαυτό και τροφοδοτεί αναζωογονητικά τον κοινωνικό εαυτό ώστε να είναι αυθεντικός. Η αυτογνωσία δεν αποτελεί αυτοσκοπό μιας ατομικότητας, αλλά προϋπόθεση της αυθεντικής σύνδεσης με τον άλλο.

Ή νοηματοδότηση είναι η διεργασία μέσω της οποίας προσφέρουμε στη ζωή μας μια στόχευση, ώστε κάθε εμπειρία να έχει νόημα.

Ο ευχαριστιακός τρόπος ζωής  -το ευχαριστιακό βίωμα- είναι μια στάση ζωής και είναι το ζητούμενο. Είναι η στάση ευγνωμοσύνης για τα δώρα που  φέρνει η ζωή (γιατί δεν είναι αυτονόητα), αλλά και για τις αντιξοότητες (γιατί αυτές ενέχουν σοφία και παρακινούν σε αναστοχασμό). Η ευχαριστιακή στάση ζωής έρχεται σε αντιπαραβολή με τον δικαιωματισμό και είναι μέρος της διαφοροποίησης του εαυτού.

Το βλέμμα που θεραπεύει, είναι το βλέμμα που αντέχει τις κρίσιμες στιγμές των μεγάλων φόβων, που αγκαλιάζει ανυποχώρητα, που ελευθερώνει από το μοιραίο. Που μεταδίδει τη πίστη ότι παρά όλους τους περιορισμούς, η ύπαρξή έχει νόημα. Η διαφάνεια είναι το χαρακτηριστικό του ιαματικού βλέμματος. Η θέαση της κρυμμένης ομορφιάς που προηγείται της αντικειμενικής επιβεβαίωσης. Μια διαφάνεια που επιμένει να θυμίζει ότι το φως υπάρχει. Ένα βλέμμα που θα ανακαλύψει την ομορφιά που κρύβεται στις ρωγμές.

Η προσέγγιση του βιβλίου είναι ότι για να δούμε την ομορφιά μέσα μας και να της επιτρέψουμε να μας μεταμορφώσει, χρειάζεται να αναγνωρίσουμε και να επεξεργαστούμε τα σκοτάδια μας με σκοπό να τα αξιοποιήσουμε, να τα εξανθρωπίσουμε. Γιατί αυτά που πασχίζουμε να κρύψουμε είναι αυτά που τελικά κρύβουν την ομορφιά μας.

Η ανάγνωση του βιβλίου με οδηγεί σε ανάταση και στην ενίσχυση της πίστης ότι μπορούμε να συνδεθούμε με το άλλο πρόσωπο με τον πυρήνα της εσωτερικής ομορφιάς.

Ο συγγραφέας παρακινεί τον αναγνώστη να προχωρήσει -με όχημα τη βούληση και την ευθύνη- πέρα από το δοσμένο, το χαρτογραφημένο. Επερωτά αν το τέλος είναι τελειωτικό. Μας καλεί να δούμε φώς εκεί που υπάρχει σκοτάδι. Αυτό το συνδέει με την ελευθερία. Η ελευθερία είναι θέμα βούλησης και ευθύνης.

Το βιβλίο αυτό προτρέπει τον αναγνώστη να δει αλλιώς τους ανθρώπους, να πιστέψει στη καλοσύνη του κόσμου, σε εποχές όπου ζούμε σε ένα κλίμα διωκτικών φόβων. Απαριθμεί τί κακό κάνει στον εαυτό του κάποιος αν επιμένει στην αρνητική θεώρηση του κόσμου. Στη μετα-ουμανιστική εποχή μας προτάσσει το μεγαλείο της ανθρωπιάς.

Η γλώσσα του βιβλίου, χωρίς να χάνει την επιστημονικότητα, είναι ζωντανή, γλαφυρή, βιωματική, χρησιμοποιεί πολλές μεταφορές και παρομοιώσεις και έχει πολλά παραδείγματα. Παράγει αυτό που περιγράφει. Έχει το χάρισμα, κάθε παράγραφος που διαβάζει ο αναγνώστης να εξάπτει το ενδιαφέρον του για την επόμενη.

Το βιβλίο αυτό μπορεί να αποτελέσει ένα εγκόλπιο για τον θεραπευτή, αλλά και για κάθε ένα που θέλει να κάνει το ταξίδι της αυτογνωσίας.


Τετάρτη 5 Μαρτίου 2025

Η Δυναμική των σχέσεων στο έργο της Margueritte Dyras «Μέρες ολόκληρες στα δέντρα» (Des journées entières dans les arbres)


Παράσταση στο θέατρο ΕΚΣΤΑΝ με τους ηθοποιούς Ελένη Παπαχρηστοπούλου στο ρόλο της  Μάνας, Πέτρο Αποστολόπουλο στο ρόλο του Γιου,  Λουκία Λαγού (Μαρσέλ) Λουκά Τζιάννη (Ντέντε). (Από 14/12/24 έως 13/4/25)

Το έργο αναφέρεται σε μια οικογένεια Γάλλων αποίκων στην Ινδοκίνα, την εποχή που χάνεται η αποικία.

Η μητέρα φτάνει στο Παρίσι από την αποικία, κάνοντας ένα μακρύ ταξίδι, για να δει τον γιό της Ζακ, μετά από πέντε χρόνια που έχουν να ιδωθούν. Στο λιτό διαμέρισμά του Ζακ συναντά και την κοπέλα του τη Μαρσέλ μια «ορφανή» νεαρή. Ο Ζακ σύμφωνα με τις κρατούσες αξίες είναι ένας «ρέμπελος» και εξαρτημένος από τον τζόγο. Μαζί με τη Μαρσέλ δουλεύουν σε ένα μπαρ, προσφέροντας ψυχαγωγία και συντροφιά στους θαμώνες. Η μητέρα έρχεται για να προτείνει στο Ζακ να αναλάβει το εργοστάσιο που διατηρούν στην αποικία, κάτι που βρίσκει τον Ζακ απρόθυμο να το κάνει.

Στις τρεις πράξεις του έργου ξετυλίγεται όλη η δυναμική των σχέσεων της οικογένειας και κυρίως της σχέσης μητέρας γιού και παράλληλα γίνεται μια ανασκόπηση της ζωής τους.

Η εξαιρετική ερμηνεία των συντελεστών της παράστασης, μας εισάγει στο συγκινησιακό κλίμα του έργου.

 

Η σχέση μάνας και Ζακ

Η επαναλαμβανόμενη δυναμική στη σχέση τους είναι η ασφυκτική επένδυση της μάνας στον Ζακ, ο οποίος στην άμυνα του να μη τον κατακλύσει, απομακρύνεται σε χώρους, όπου παραμένει απρόσιτος. Η προσπάθεια του είναι να μη απορροφηθεί στο πεδίο της μητρικής επικράτειας, έναν χώρο που απειλείται η υποκειμενικότητά του. Το σκηνικό του «καταφύγιου στα δέντρα», που αναφέρεται στον τίτλο του έργου, επαναλαμβάνεται σε διάφορα μοτίβα.

 

 

Γιατί τώρα κάνει αυτό το ταξίδι;

Το ταξίδι της μητέρας για να δει τον γιό της δεν είναι απλώς μια επίσκεψη – είναι μια συμβολική προσπάθεια να  τον ανασύρει, να τον φέρει πάλι στην τροχιά της. Η μητέρα ξαναβρίσκει τον Ζακ σε μια συγκυρία που η ίδια είναι αποσταθεροποιημένη, γιατί από τη μια βρίσκεται στα ύστερα χρόνια του βίου της και από την άλλη χάνει το εργοστάσιο που δημιούργησε, αφού έχει κρατικοποιηθεί.

Η ίδια αναφέρει:

 «Μπορεί στα πέντε παιδιά που έχει κανείς  ένα να το φυλάει, να το κρύβει για τις γκρίζες μέρες».

Η μητέρα ξεχώρισε τον Ζακ να τον έχει για συντροφιά της για τις «γκρίζες μέρες». Έτσι εγκαθιδρύθηκε μια συμβιωτική σχέση  από τα πρώιμα χρόνια. Το παιδί που έχει επιλέξει η μητέρα για στήριγμα της, του υπονομεύει κάθε απόπειρα προς την αυτονομία. Από την άλλη αυτό το παιδί κατέχει κάποια «προνομιούχο» θέση στον οικογενειακό αστερισμό, κάτι που είναι το «δόλωμα» για να συμμορφώνεται με αυτόν τον ρόλο, αν και κατά διαστήματα εκδηλώνει θυμό εναντίον της μητέρας.

Σε κάποιο σημείο λέει ο Ζακ:

 »Καλύτερα να πεθάνει. ήταν μια κακή μητέρα και εγώ ήμουν το χειρότερο έργο της»

 Αυτό το μένος δεν οδηγεί σε κάποια διαφοροποίηση, αλλά είναι μέρος του σεναρίου της συνεχιζόμενης συγχώνευσης. 

Η μητέρα, σ’ αυτή την αποκλειστική σχέση με το παιδί της, δεν του επιτρέπει να σχετιστεί αυτόνομα με άλλα μέλη της οικογένειας. Θέλει να πατρονάρει κάθε σχέση του γιού της μέσα στην οικογένεια. Το καταλαβαίνουμε αυτό όταν ενοχλείται που μαθαίνει ότι ο Ζακ και η αδελφή του Μιμή επικοινωνούν, χωρίς η ίδια να το ξέρει. Και όταν το μαθαίνει επιχειρεί να τους διχάσει, απαξιώνοντας και κατηγορώντας τη κόρη της: «Η Μιμή δεν ξέρει τίποτα. Η Μιμή φαντάζεται. Η Μιμή κάνει πολιτική εναντίον της μητέρας της». Μπορούμε να υποθέσουμε ότι το ίδιο θα έκανε και στη σχέση του Ζακ με τον πατέρα του. Προφανώς υπονόμευσε και αυτή τη σχέση και απαξίωσε τον πατέρα στα μάτια του Ζακ.

 

Η εμφάνισή της καταλύει τον δεσμό του Ζακ με την ερωμένη του. Όταν ο Ζακ της παρουσιάζει την Μαρσέλ, είναι απολογητικός, αναγνωρίζοντας της το δικαίωμα να παρεμβαίνει στη ζωή του, ένα ακόμα δείγμα της συμβιωτικής αδιαφοροποίητης σχέσης μάνας/γιου. Και στο τέλος του έργου ο Ζακ και η Μαρσέλ χωρίζουν.

 

Τα πολλά βραχιόλια

Η μητέρα έρχεται φορώντας πολλά χρυσά βραχιόλια στο χέρι, προσδοκώντας να αποκαταστήσει τη παρουσία της και επενδύοντας στη επαναβεβαίωση του ρόλου της στη ζωή του Ζακ. Η στοίβα βραχιολιών σημαίνει τόσο εμμονή στον υλικό πλούτο, όσο και εξουσία πάνω στην υποκειμενικότητα του παιδιού. Προσδοκά ότι ο χρυσός είναι αυτός που θα επιφέρει την επαναπροσέγγιση με τον γιο.

 

Το γεύμα και η βουλιμία

Η μητέρα προσφέρει χρήματα, παραγγέλνοντας ένα χορταστικό γεύμα. Είναι επισήμανση ότι η μητέρα παραμένει η πρωταρχική πηγή θρέψης, που τώρα εξαγοράζει τη σχέση εξουσίας και εξάρτησης, αλλά και μια επιθυμία να χορτάσουν η μεν μητέρα από αγάπη τα δε παιδιά από θρέψη.

Η βουλιμία -ιδιαίτερα της μητέρας- μαρτυρεί την αδηφάγο απληστία που όσο και αν καταναλώνει δεν καλύπτει τις ακόρεστες ανάγκες της. Απεικονίζει τη λαχτάρα για αγάπη, αλλά και τάση για κατοχή.

Η μητέρα λέει: «καταβροχθίζω» τον γιο μου. Το αρχέτυπο της μητέρας που καταβροχθίζει από ψυχαναλυτικής σκοπιάς αναφέρεται στη μητέρα που είναι υπερβολικά προστατευτική, ελεγκτική ή ασφυκτική, με αποτέλεσμα αρνητικές ψυχολογικές επιπτώσεις στο παιδί. Η καταβρόχθιση -αυτή η κανιβαλιστική τάση-, είναι να απορροφήσει τον γιο της έτσι ώστε να χαθεί η ατομικότητά του μέσα στο «μαζί».

 

Μέρες Ολόκληρες στα δέντρα

Η μνημονική ανάκληση στιγμιότυπων της παιδικής ηλικίας του γιού, εκφράζει μια επιθυμία επιστροφής της σχέσης τους στη ειδυλλιακή κατάσταση της τοτινής συγχώνευσης τους.

Η προτίμηση του Ζακ να περνά το χρόνο του στα δέντρα αναφέρεται στην αντίσταση του να ενσωματωθεί στις απαιτήσεις της «κανονικής» ενηλικίωσης και των συμβατικών κανόνων της κοινωνίας. Τα δέντρα συμβολίζουν ένα μυθικό χώρο και ταυτόχρονα ένα όριο στη φορτικότητα της μητέρας, ένα προστατευτικό καταφύγιο στο οποίο εκείνη δεν έχει πρόσβαση.

 

Ο αγώνας της μητέρας να κατεβάσει τον γιο της από τα δέντρα αντανακλά την προσπάθειά της να ακολουθήσει το καθήκον, που επιβάλουν οι κοινωνικές επιταγές, να τον εντάξει στον δομημένο κόσμο, όπου πρέπει να αναληφθούν ρόλοι (γιος, ενήλικας, υπεύθυνο μέλος της κοινωνίας). Για τη μητέρα, τα δέντρα είναι ένας τόπος αφόρητης αποξένωσης. Η ένταση στο «Ολόκληρες μέρες στα δέντρα» αναδύεται από αυτή την ρήξη: η απελπισμένη προσπάθεια μιας μητέρας να αποκαταστήσει μια σύνδεση που έχει ήδη διακοπεί και η σιωπηλή επιμονή ενός γιου να δραπετεύσει σε έναν κόσμο, όπου δεν μπορεί να τον φτάσει.

 

Ο τίτλος του έργου «Μέρες Ολόκληρες στα Δένδρα» έχει αμφισημία. Από τη μια εννοεί «τη σπατάλη του χρόνου, αφού ο Ζακ δεν κάνει τίποτα παραγωγικό. Ως παιδί πέρναγε τον καιρό του στα δέντρα. Αργότερα μπορούμε να εικάσουμε ότι ξόδευε το χρόνο του στο παιχνίδι, στο φλερτ και στα τυχερά παίγνια. Από την άλλη ο τίτλος, έχει και τη σήμανση ότι κάποιος υπηρετεί την επιθυμία.

 

Φεύγει την άλλη μέρα

Μετά από την άφιξη της στο σπίτι και μια βραδυνή επίσκεψη στο μπαρ που δουλεύουν ο Ζακ και η Μαρσέλ, η μητέρα αναχωρεί την επόμενη μέρα.

Η ίδια λέει: «Αν φεύγω, είναι γιατί η παρουσία μου, δεν καταλήγει σε τίποτα εδώ, δεν έχει κανένα νόημα. Δεν δίνει σε κανέναν ούτε ευχαρίστηση, ούτε χαρά, αλλά ενόχληση, φρικτή ενόχληση».

Η φυγή την άλλη μέρα είναι η απάντηση της μητέρας στο ότι ο Ζακ δεν ανταποκρίνεται στο κάλεσμα της και εμμένει στην οδό της «ασωτίας (τζόγος, περιθώριο)». Ηχεί σαν τιμωρία για να τον ενοχοποιήσει. Είναι το pattern που θεμελίωσε την εξάρτηση. Κάθε προσπάθεια αυτονόμησης του παιδιού από τη μητέρα θα συνοδευόταν από  αδιόρατη απειλή εκ μέρους της ότι θα τον εγκαταλείψει. Η απουσία δημιουργεί ένα κύκλο λαχτάρας και επιστροφής. Η φυγή θα δημιουργήσει την έλλειψη η οποία θα αναζωπυρώσει την  επιθυμία. Έτσι η φυγή θα μπορούσε να ενεργοποιήσει ένα νέο γύρο εξάρτησης, όταν μάλιστα φεύγοντας, του αφήνει ότι χρειάζεται για να πάει να τζογάρει, τονίζοντας έτσι πόσο απαραίτητη του είναι για να τον σώζει από τα πάθη του.

Επιστρέφει στη Μιμή η οποία αντιπροσωπεύει τη βέλτιστη προσαρμογή στη νέα τάξη πραγμάτων.

 

Ωστόσο δεν πρέπει να μείνουμε στην ενοχοποίηση της μάνας. Είναι μια μητέρα που επωμίζεται την ευθύνη της οικογενειακής ευημερίας και αυτό συνεπάγεται έλεγχο και εξουσία. Υπηρετεί το κυρίαρχο αξιακό σύστημα, σύμφωνα με το οποίο πρόοδος σημαίνει πλούτος. Η προσήλωση της στην οικονομική ανέλιξη αφήνει ακάλυπτες άλλες ανάγκες της, όπως η επιθυμία, η ξενοιασιά και η απόλαυση. Στο τέλος της ζωής της αντιμετωπίζει υπαρξιακό αδιέξοδο. 

 

Τα άλλα πρόσωπα του δράματος

Η Μιμή

Αν και υπάρχει σποραδική αναφορά στη Μιμή, μπορούμε να εικάσουμε ποια είναι. Δεν είναι απίθανο σε τέτοιες οικογένειες το ένα παιδί είναι το «κακομαθημένο» και το άλλο  (η Μιμή;) το υπερβολικά συμμορφωμένο με τις επιταγές της μάνας.

Η Μαρσέλ

Η Μαρσέλ είναι μια κοπέλα ορφανή που μεγάλωσε σε ιδρύματα. Παρουσιάζεται άβουλη, προσηνής, ανασφαλής και με χαμηλή αυτοεκτίμηση (λέει: "είμαι πολύ κουτή"). Υπακούει αθόρυβα, και δεν αρθρώνει τον δικό της λόγο. Είναι ένα παιδί που είχε δυστυχισμένη παιδική ηλικία, υπέστη κακοποίηση και απ’ όλα αυτά έχει ταυτιστεί με της αδυναμία και την ενοχή, που την κάνει επιρρεπή στην επαναθυματοποίηση.

Στην πλοκή του έργου είναι ο εξωτερικός παράγων που γίνεται μάρτυρας της αλληλεπίδρασης μητέρας γιού και από τη θέση της αυτ καταλύει το δράμα σχολιάζοντας το φέρσιμο της μάνας και βάζοντας τέλος στην αδιέξοδη σχέση με τον Ζακ.

 

 

Αντιφάσεις στις σχέσεις και στη ζωή

Η μητέρα παροτρύνει τον Ζακ να πάει στο σχολείο, αλλά τον αφήνει να περνά τις μέρες του στα δέντρα. Από τη μια τον ωθεί για πρόοδο που συνεπάγεται αυτονόμηση και από την άλλη τον θέλει εξαρτημένο από αυτή, κάτι που «εξασφαλίζεται» με το να είναι ένας γιος που δεν βρίσκει νόημα σε κανένα σκοπό και ζει «πλάνητα βίο». Απώτερη συνέπεια της εξαρτητικής τάσης του γιού είναι η εξάρτηση από τον τζόγο. Του λέει: «έλα πίσω να αναλάβεις το εργοστάσιο, ενώ όλοι ξέρουν ότι το εργοστάσιο έχει κρατικοποιηθεί. Στην πραγματικότητα δεν ζητά από τον Ζακ να αναλάβει την επιχείρηση, αλλά να γυρίσει πίσω, για να είναι κοντά της.

 Η μητέρα υπηρέτησε τον στόχο της υλικής ευημερίας όλης της οικογένειας, καταπιέζοντας τη δική της λαχτάρα να χαρεί τη ζωή και τη ξενοιασιά. Αυτή την καταπιεσμένη και ανεκπλήρωτη  τάση της την επισύναψε ασυνείδητα πάνω στον Ζακ (μια ζωή τόσο ελαφριά, τόσο ασήμαντη,  τόσο χωρίς νόημα… σαν τις γάτες…). Είναι η πόλωση μεταξύ καθήκοντος και απόλαυσης. Έτσι ο Ζακ εκδήλωσε τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες της μάνας του.

 

Ο Τζόγος

Ο εθισμός στον τζόγο μαρτυρά ένα αποδυναμωμένο εαυτό που στρέφεται στην επιδίωξη διεγέρσεων στην προσπάθεια του να αποκρούσει ένα πιο καταστροφικό κατακερματισμό του εαυτού. Το ρίσκο που συνεπάγεται ο τζόγος, είναι το παιχνίδι με τη καταστροφή σα μορφή έξαψης, ανυπακοής ή διαφυγής. Όμως μια τέτοια συμπεριφορά ενεργοποιεί αντανακλαστικά προστασίας από τη μεριά των οικείων του. Ο Ζακ αγωνίζεται να ξεφύγει από την εποπτεία της μάνας, αλλά με τη δυνάμει αυτοκαταστροφική συμπεριφορά την καλεί να τον σώσει. Εκείνη αφήνει σκόπιμα τον χρυσό και τα χρήματα για να τα πάρει να πάει να ξανατζογάρει, προφανώς από την έγνοια της να μη κινδυνέψει να αναζητήσει τα χρήματα παράνομα. Εκεί η Μαρσέλ της λέει: «Κυρία είστε ανέντιμη». Έτσι επαναλαμβάνεται κάτι που συμβαίνει συνέχεια. Σε ένα επίπεδο προσπαθεί να τον φέρει στον «ορθό δρόμο» και σε άλλο επίπεδο προάγει την εξάρτηση και ευνοεί την εκτροπή. Έτσι το παιχνίδι μητέρας και Ζακ είναι αμοιβαία αμφίσημο. Σε πρώτο επίπεδο η μητέρα να προσπαθεί να φέρει τον Ζακ σε «προκοπή» και αυτός να ξεφεύγει από τη φορτικότητα της, και σε δεύτερο επίπεδο και οι δύο να υπηρετούν την συγχώνευση.

 

Η μητέρα είναι το μόνο πρόσωπο στο έργο που δεν έχει όνομα

Το σημαίνον «μητέρα που δεν έχει όνομα» -ενώ όλοι στο έργο έχουν από ένα όνομα-, μας καλεί να δούμε το «είδος» γυναίκα-μητέρα και όχι το συγκεκριμένο πρόσωπο, μέσα στο συγκεκριμένο ιστορικό-κοινωνικό πλαίσιο. Σε συνθήκες καπιταλισμού και πατριαρχίας η γυναίκα, ακόμα κι αν έχει εξουσία, χάνει τον αυτοπροσδιορισμό της και αλλοτριώνεται. Οι αντιφάσεις της είναι μάρτυρες της αλλοτρίωσης της.

 

Στο τέλος όλοι μένουν μόνοι. Είναι η κατάληξη επιλογών ζωής που οδηγούν σε αδιέξοδο. Μένουν με την πίκρα της αποξένωσης και την ανασφάλεια που φέρνει η μοναξιά.

 

Θα μπορούσαμε να δούμε το έργο και σαν μια αλληγορία για την  αποικιοκρατική Γαλλία που τάζει στα παιδιά της μεγαλεία, που δεν υπάρχουν πιά. Η νουβέλα γράφτηκε το 1954, χρονιά γεωπολιτικών αλλαγών, που λήγει η κυριαρχία της Γαλλίας στην Ινδοκίνα, χάνοντας όλο τον παραγόμενο πλούτο, εκτός από περιουσιακά στοιχεία που μπορούν να μεταφέρουν οι άποικοι κρατώντας πάνω τους (χρυσός).  Παρουσιάζει την αγωνία του άποικου σε μια ιστορική στιγμή που καταρρέει η αποικιοκρατία.

 

Παραπέρα, η αντιπαράθεση ανάμεσα στη ματαιότητα της συσσώρευσης υλικών αγαθών, που θα χαθούν στις παλίρροιες του ζειν, και σε μια ζωή προσανατολισμένη στην εφήμερη απόλαυση και το παιχνίδι, μας καλεί να στοχαστούμε για το νόημα ζωής.

 

Η επικαιρότητα του έργου είναι ότι και σήμερα βρισκόμαστε σε ένα τέλος εποχής και στη προοπτική ενός δυστοπικού αύριο, που συνδυάζεται με υπαρξιακά άγχη για την απροβλεψιμότητα και το άγνωστο που φέρνει αυτό που έρχεται.

Είναι αναπόφευκτο βλέποντας το έργο να μη κάνει ο καθένας μια ανασκόπηση  των σημαντικών σχέσεων στη ζωή του.